Υπάρχει μια στιγμή που δεν έρχεται με θόρυβο. Δεν σπάει κάτι, δεν τελειώνει επίσημα, δεν συμβαίνει κάτι που να μπορείς να δείξεις με το δάχτυλο και να πεις να, εδώ. Είναι εκείνη η στιγμή που κάθεσαι ήσυχα, ίσως με έναν καφέ που έχει κρυώσει, και συνειδητοποιείς ότι μέσα σου δεν υπάρχει πια τίποτα που να περισσεύει. Όχι λύπη έντονη, όχι θυμός καθαρός. Μόνο μια κούραση που δεν έχει όνομα.
Δεν έγινε απότομα. Δεν ξύπνησες ένα πρωί άδεια. Έδινες λίγο λίγο, κάθε μέρα. Από τον χρόνο σου, από την προσοχή σου, από τη διάθεσή σου. Έδινες γιατί μπορούσες. Γιατί έτσι έμαθες. Γιατί σου φαινόταν φυσικό να είσαι εκεί, να ακούς, να καταλαβαίνεις, να μαλακώνεις τις γωνίες των άλλων.
Και στην αρχή δεν πονούσε. Στην αρχή είχε νόημα. Ένιωθες χρήσιμη, αναγκαία, συνδεδεμένη. Ένιωθες ότι αυτό είναι αγάπη, αυτό είναι σχέση, αυτό είναι το να νοιάζεσαι. Δεν μετρούσες. Δεν κρατούσες ισορροπίες. Δεν σκεφτόσουν αν σου επιστρέφεται. Το έκανες αυθόρμητα, σχεδόν ασυναίσθητα.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Trend fatigue και ψυχική υγεία: πώς η εναλλαγή τάσεων επηρεάζει τη διάθεσή σου
Κάπου εκεί αρχίζει να αλλάζει κάτι. Όχι φανερά. Αρχίζει να αλλάζει ο τρόπος που μπαίνεις σε ένα δωμάτιο. Ο τρόπος που απαντάς στο μήνυμα. Η παύση πριν πεις ναι. Αρχίζεις να κουράζεσαι πιο εύκολα, όχι σωματικά, αλλιώς. Σαν να βαραίνει ο αέρας γύρω σου.

Συνεχίζεις όμως. Γιατί πάντα συνέχιζες. Γιατί δεν θες να απογοητεύσεις. Γιατί σκέφτεσαι ότι αν σταματήσεις, κάτι θα χαλάσει. Κάποιος θα φύγει. Κάτι θα αλλάξει και δεν είσαι έτοιμη να το δεις να αλλάζει. Οπότε σφίγγεσαι λίγο και προχωράς.
Δίνεις ενώ μέσα σου κάτι τραβιέται προς τα πίσω. Δίνεις ενώ θα ήθελες, έστω για λίγο, να μη χρειάζεται να είσαι αυτή που κρατάει. Να μη χρειάζεται να είσαι η δυνατή, η σταθερή, η διαθέσιμη. Αλλά δεν το λες. Ούτε στον εαυτό σου.
Υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στο δίνω γιατί θέλω και στο δίνω γιατί έτσι πρέπει. Κάποια στιγμή τη χάνεις. Δεν ξέρεις πότε την πέρασες. Απλώς βρίσκεσαι στην άλλη πλευρά, να κάνεις πράγματα από συνήθεια, από φόβο, από μια αίσθηση ευθύνης που δεν θυμάσαι πότε ανέλαβες.
Και τότε έρχεται η κενότητα. Όχι σαν κραυγή, αλλά σαν σιωπή. Σαν ένα άδειο δωμάτιο μέσα σου που παλιά είχε φωνές. Κάθεσαι και νιώθεις ότι δεν έχεις τι να δώσεις πια, αλλά κανείς δεν το ξέρει. Κανείς δεν το βλέπει. Γιατί εξωτερικά είσαι ακόμα εσύ. Κάνεις ακόμα όσα έκανες.
Μερικές φορές θυμώνεις. Όχι με τους άλλους μόνο, κυρίως με εσένα. Γιατί δεν σταμάτησες νωρίτερα. Γιατί δεν μίλησες. Γιατί δεν κράτησες κάτι για σένα. Ο θυμός όμως είναι κουρασμένος. Δεν έχει ένταση, έχει βάρος.
Άλλες φορές νιώθεις ενοχή που νιώθεις έτσι. Σαν να μην έχεις δικαίωμα να είσαι άδεια, αφού κανείς δεν σου ζήτησε επίσημα να τα δώσεις όλα. Σαν να φταις που έφτασες εδώ. Και αυτή η σκέψη σε κλείνει ακόμα περισσότερο.
Υπάρχουν στιγμές που θυμάσαι πώς ήσουν πριν. Όχι με νοσταλγία γλυκιά, αλλά με μια περίεργη απόσταση. Σαν να μιλάς για μια άλλη γυναίκα. Εκείνη που είχε ενέργεια, που γελούσε πιο εύκολα, που δεν σκεφτόταν τόσο πριν νιώσει. Αναρωτιέσαι πού πήγε. Αν χάθηκε ή αν απλώς κρύφτηκε.
Δεν είναι ότι δεν αγαπάς πια. Είναι ότι κουράστηκες να αγαπάς χωρίς χώρο. Χωρίς ανάσα. Χωρίς να ακουμπάς κάπου. Η αγάπη χωρίς ξεκούραση αρχίζει να μοιάζει με καθήκον. Και αυτό πονάει, γιατί δεν ξεκίνησε έτσι.
Κάποιες μέρες δεν θέλεις τίποτα. Ούτε συζητήσεις, ούτε εξηγήσεις, ούτε βαθιές κουβέντες. Θέλεις απλώς να είσαι. Να μη χρειάζεται να ανταποκριθείς. Να μην περιμένει κανείς κάτι από εσένα. Και νιώθεις περίεργα γι’ αυτό, σαν να κάνεις κάτι λάθος.
Άλλες μέρες θέλεις να μιλήσεις, αλλά δεν βρίσκεις τις λέξεις. Πώς να εξηγήσεις ότι δεν είναι ένα πράγμα, αλλά όλα μαζί. Ότι δεν σε άδειασε ένα γεγονός, αλλά μια διαδρομή. Πώς να πεις ότι απλώς δεν έχεις πια απόθεμα.
Και μέσα σε όλο αυτό, υπάρχει μια ήσυχη αλήθεια που εμφανίζεται πότε πότε. Ότι το άδειασμα δεν σημαίνει τέλος. Σημαίνει ότι κάτι χρειάζεται χώρο. Όχι απαραίτητα απαντήσεις. Όχι αποφάσεις μεγάλες. Απλώς χώρο να ανασάνεις χωρίς να δίνεις.
Δεν ξέρεις τι θα κάνεις μετά. Δεν χρειάζεται να το ξέρεις. Δεν είναι αυτή η στιγμή για σχέδια. Είναι μια στιγμή αναγνώρισης. Να δεις τον εαυτό σου όπως είναι τώρα, κουρασμένο, άδειο, αλλά ακόμα εδώ.
Ίσως το πιο δύσκολο είναι να μείνεις με αυτό χωρίς να το κρίνεις. Να μην προσπαθήσεις να το φτιάξεις αμέσως. Να μην βιαστείς να γίνεις πάλι όπως πριν. Γιατί ίσως δεν χρειάζεται να γίνεις όπως πριν. Ίσως χρειάζεται να γίνεις κάτι άλλο, κάτι πιο αληθινό για εσένα.
Το άδειο δεν είναι πάντα κακό. Μερικές φορές είναι απλώς ένα σημάδι ότι για πολύ καιρό δεν κοίταξες προς τα μέσα. Και τώρα το μέσα ζητάει προσοχή. Όχι φασαρία. Όχι λύσεις. Παρουσία.
Και αν αυτή τη στιγμή διαβάζεις και νιώθεις ότι κάπως μιλάει για εσένα, δεν σημαίνει ότι είσαι αδύναμη. Σημαίνει ότι έδωσες. Πολύ. Ίσως παραπάνω απ’ όσο άντεχες. Αυτό από μόνο του λέει μια ιστορία, όχι ντροπής, αλλά ανθρώπινης κούρασης.
Δεν χρειάζεται να αλλάξει κάτι σήμερα. Δεν χρειάζεται να πάρεις θέση, να εξηγήσεις, να δικαιολογήσεις. Μπορείς απλώς να μείνεις εδώ, σε αυτή την αναγνώριση. Σαν μια παύση ανάμεσα σε δύο αναπνοές.
Κάποιες φορές, αυτό αρκεί.


